σιδηρίτης

σιδηρίτης
ο углеродистое железо

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "σιδηρίτης" в других словарях:

  • σιδηρίτης — σῑδηρί̱της , σιδηρίτης of iron masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιδηρίτης — Ανθρακικός σίδηρος, ο οποίος κρυσταλλώνεται στο τριγωνικό σύστημα. Σε αμιγή κατάσταση βρίσκεται με τη μορφή ρομβόεδρων, οπότε και ονομάζεται χαλυβίτης. Οι έδρες των ρομβοεδρικών κρυστάλλων είναι συνήθως καμπυλωτές, ο δε σχισμός, τέλειος… …   Dictionary of Greek

  • σίδηρος — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Fe·ανήκει στην όγδοη ομάδα του περιοδικού συστήματος, έχει ατομικό αριθμό 26, ατομικό βάρος 55,85, σημείο τήξης 15300C, σημείο ζέσης 27350C, ειδικό βάρος 7,86, τέσσερα σταθερά ισότοπα και τρία ραδιενεργά. Ο σ. μεταξύ… …   Dictionary of Greek

  • SIDERITES — apud Plin. l. 37. c. 4. adamas dictus est, non quod in ferrariis legatur officinis, uti Solino visum, sed quod ferrei coloris sit splendorisque. Apud eundem c. 10. Siderites lapis inter gemmas numeratur, quem ferro similem dicit litigia et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • λιθομαντεία — Μέθοδος μαντικής κατά την αρχαιότητα, τόσο στη Ελλάδα όσο και σε άλλες περιοχές. Η πρόβλεψη των μελλοντικών γεγονότων γινόταν με διάφορες μαγικές πέτρες και με ανάγλυφες παραστάσεις. Πριν από την πρόβλεψη, γίνονταν θυσίες. Ο Απόλλων είχε χαρίσει… …   Dictionary of Greek

  • ξανθοφανής — ξανθοφανής, ές (Α) 1. αυτός που φαίνεται ξανθός 2. το αρσ. ως ουσ. ὁ ξανθοφανής το ποώδες φυτό σιδηρίτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξανθός + φανής (< φαίνω / φαίνομαι), πρβλ. χρυσο φανής] …   Dictionary of Greek

  • ξανθός — I Πόλη της αρχαίας Λυκίας. Σύμφωνα με επιγραφές της Λυκίας, η παλαιότερη ονομασία της ήταν Άρινα ή Άρνα. Τον 6o αι. π.Χ., η Ξ. ήταν η κυριότερη πόλη της Λυκίας, όταν ο στρατηγός του Κύρου, Αρπαγος, ανέλαβε να κατακτήσει τη δυτική Μικρά Ασία, μετά …   Dictionary of Greek

  • σφαιροσιδηρίτης — ο, Ν (ορυκτ.) παραλλαγή τού σιδηρίτη η οποία απαντά σε σφαιροειδή ή νεφροειδή συσσωματώματα με ακτινωτή διάταξη τών κρυστάλλων που αποτελούν αυτά τα συσσωματώματα. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. sphaerosiderite (< σφαίρα + σιδηρίτης*). Η… …   Dictionary of Greek

  • φαρμακοσιδηρίτης — ο, Ν (ορυκτ.) ένυδρο αρσενικικό ορυκτό τού σιδήρου. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. pharmacosiderite (< φάρμακο + σιδηρίτης). Η λ. μαρτυρείται από το 1888 στον Αν. Κορδέλλα] …   Dictionary of Greek

  • χαλκ(ο)- — ΝΜΑ α συνθετικό λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στη λ. χαλκός και δηλώνει ότι η λ. έχει σχέση, αναφέρεται στον χαλκό (πρβλ. χαλκο ειδής, χαλκο πώλης), ενώ σπανιότερα χρησιμοποιείται και μεταφορικά με την έννοια τού… …   Dictionary of Greek

  • χαλυβίτης — ο, Ν (ορυκτ.) ο σιδηρίτης. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. chalybite < χάλυψ, υβος + κατάλ. ίτης*] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»